ανακλαδώνομαι


ανακλαδώνομαι
αποκτώ, βγάζω κλαδιά, κλαδώνω, φουντώνω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ανα-* + *κλαδώνομαι < κλαδί. Η λ. πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον Αγγελο Βλάχο το 1886
«ανεκλαδώθησαν σπόροι εις δένδρον»].

Dictionary of Greek. 2013.


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.